Το Coaching αποτελεί μία χρήσιμη και αξιόπιστη ατομική παρέμβαση. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταφεύγουν σε έναν Coach (Καθοδηγητή) με σκοπό να βελτιώσουν ή να αναπτύξουν τις ικανότητές τους, ή να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους με απώτερο σκοπό να γίνουν καλύτεροι επαγγελματικά και προσωπικά.

Όπως έχουμε αναφέρει, ο τελικός στόχος ενός ψυχολόγου σε οποιοδήποτε τομέα της ψυχολογίας είναι να συντελέσει ώστε το άτομο να αποκτήσει αυτοεπίγνωση (self-awareness). Εν συνεχεία, το άτομο έχει περισσότερες πληροφορίες και γνώσεις για να λάβει καλύτερες αποφάσεις για τη ζωή του.

Παρόλα αυτά, ως ψυχολόγοι, τίποτα δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι εφαρμόσιμο, χρήσιμο και απαραίτητο αν πρώτα δεν έχει περάσει από το ‘’μικροσκόπιο’’ της επιστημονικής έρευνας. Σε αυτό το άρθρο θα αναφέρουμε συνοπτικά μερικά από τα ερευνητικά δεδομένα σχετικά με το Coaching.

Με αυτό τον τρόπο, θα είστε περισσότερο ενημερωμένοι για την επιστημονική βιβλιογραφία σχετικά με το Coaching ώστε να προστατευτείτε από μελλοντικές αποφάσεις σας.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από 2 άρθρα που γράφτηκαν χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που λέγεται meta-analysis. Οι meta-analyses είναι επιστημονικές μελέτες υψηλότερου επιπέδου οι οποίες έχουν τη μέγιστη ερευνητική αξιοπιστία σε σύγκριση με τις υπόλοιπες μεθόδους.

Η Meta-analysis των Jones et al., (2015) ερεύνησε την αποτελεσματικότητα του Coaching στο εργασιακό περιβάλλον. Τα αποτελέσματα της είναι τα εξής:

Η ανάλυση έδειξε ότι το Coaching έχει θετικές επιπτώσεις στα αποτελέσματα της επιχείρησης συνολικά και σε συγκεκριμένα κριτήρια όπως ικανότητες, συναισθηματικά ζητήματα και αποτελέσματα σε ατομικό επίπεδο.

Πιο συγκεκριμένα, το Coaching έχει θετική επίπτωση

  • στην επίτευξη στόχων (Fischer & Beimers, 2009)
  • στην επαγγελματική ανάπτυξη (McGuffin & Obonyo, 2010),
  • στη βελτίωση επαγγελματικών σχέσεων (Kombarakaran, Yang, Baker & Fernandes, 2008)
  • στην αύξηση διοικητικής ευελιξίας (Jones, Rafferty, & Griffin, 2006)
  • στη βελτίωση της παραγωγικότητας (Olivero, Bane, & Kopelman, 1997)
  • στην εργασιακή ανθεκτικότητα (resilienc)e και στην εργασιακή ευημερία (Grant, Curtayne, & Burton, 2009)
  • στην αύξηση ενδιαφέροντος ενεργητικής μάθησης (αντί για την παθητική μάθηση) κατά την οποία οι εργαζόμενοι αποδέχονται την ευθύνη να διαμορφώσουν τη δική τους εκπαιδευτική διαδικασία (Bell & Kozlowski, 2008)
  • στην εργασιακή επίδοση, στη βελτίωση δεξιοτήτων, στη βελτίωση εργασιακής ευημερίας, στην αντιμετώπιση δυσκολιών και στην αυτορρύθμιση θέσπισης στόχων (Hedges, 1981)

Ομοίως, η Meta-analysis των Theeboom et al., (2013) εξέτασαν την αποτελεσματικότητα του Coaching στο οργανωσιακό περιβάλλον (επιχειρήσεις). Τα ευρήματα είναι τα εξής:

Το Coaching έχει θετική επίδραση στην επίδοση, στις δεξιότητες, στην ευημερία, στους μηχανισμούς αντιμετώπισης καταστάσεων, στη στάση απέναντι στην εργασία  και στην αυτορρύθμιση (ικανότητα ρύθμισης συναισθημάτων) κατά τη θέσπιση στόχων. Σε γενικές γραμμές, τα αποτελέσματα της Meta-analysis αναδεικνύουν την αποτελεσματικότητα του Coaching ως εργαλείο βελτίωσης λειτουργίας των επιχειρήσεων και των ατόμων.

Πιο συγκεκριμένα:

  • Οι Duijts, Kant, van den Brandt and Swaen (2008) βρήκαν ότι το Coaching προκαλεί θετικές αλλαγές στην ευημερία των εργαζομένων. Συγκεκριμένα, εμφανίστηκε μείωση απουσίας από την εργασία (absenteeism) λόγω ασθένειας και εργασιακής εξουθένωσης, ενώ αυξήθηκε η ικανοποίηση ζωής
  • Θετικές επιδράσεις στους μηχανισμούς αντιμετώπισης (coping) όπως η ανθεκτικότητα (resilience, Grant, Curtayne, & Burton, 2009), στην ικανότητα αντίληψης παρόντος (Mindfulness, Spence, Cavanagh, & Grant, 2008) και στην αυτοενισχυόμενη επίδοση* (Moen & Skaalvik, 2009)
  • Διευκόλυνση και αναπλαισίωση γνωστικών εμπειριών αυξάνοντας την αποτελεσματικότητα στην εργασία (Grant, 2001)
  • Προσαρμογή των αντιλήψεων για μία συγκεκριμένη θέση εργασίας όταν λόγω εξωτερικών περιορισμών δεν μπορούν να επισυμβούν αλλαγές (Wrzesniewski & Dutton, 2001)
  • Θετικές επιπτώσεις στη γενικότερη στάση που έχει ο εργαζόμενος στα θέματα εργασίας και καριέρας (Bozer & Sarros, 2012) η οποία με τη σειρά της συντελεί στη εργασιακή επίδοση (Judge, Thoresen, Bono, & Patton, 2001; Organ & Ryan, 1995)
  • Αύξηση της αποτελεσματικότητας της επιχείρησης μέσω της ευεργετικής επίδρασης στους εργαζομένους σε τομείς όπως κατεύθυνση στόχου και αυτορρύθμιση (Grant, 2003)
  • Θετική επιρροή στο προσδόκιμο επίτευξης στόχου (Evers, Brouwers, & Tomic, 2006; Moen & Skaalvik, 2009), στην πρόοδο στόχου και στη δέσμευση στην εργασία (Green, Oades, & Grant, 2006)

Σύμφωνα με τις παραπάνω Meta-analyses το coaching αποτελεί ένα αρκετά ισχυρό εργαλείο τόσο για την προσωπική όσο και την οργανωσιακή (επιχείρηση) ανάπτυξη.

 

 

*αυτοενισχυόμενη επίδοση (self-enhancing attributions): αποδόσεις που κάνουμε για μία επιτυχημένη εργασιακή συμπεριφορά ή πράξη από τις οποίες παίρνουμε ώθηση και κινητοποίηση.

 

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s